Τρίτη, 22 Ιουλίου 2014

Τελετή Εγκαινίων Ιερού Παρεκκλησίου Παναγίας Παντανάσσης & Αγίας Μαρίας Μαγδαληνής

Τελετή Εγκαινίων Ιερού Παρεκκλησίου Παναγίας Παντανάσσης & Αγίας Μαρίας Μαγδαληνής στα Δωμάτια Παγγαίου.
Στις 22 Ιουλίου είναι ο εορτασμός της Αγίας Μαρίας Μαγδαληνής και από σήμερα θα εορτάζεται η χάρη της στο ιερό Παρεκκλήσιο του χωρίου μας και το μοναδικό για τον νομό Καβάλας και ίσως της Ανατολικής Μακεδονίας.

Λίγα λόγια για τα εγκαίνια του Ιερού Ναού

Ιερά εγκαίνια ονομάζουμε την ξεχωριστή Εκκλησιαστική τελετή με την οποία καθαγιάζεται ένας Ναός. Έτσι από ένα απλό κτίσμα μετατρέπετε σε οίκο λατρείας, τόπο προσευχής, γίνετε ένα απάνεμο λιμάνι των ψυχών και των σωμάτων των χριστιανών.

Κατανοούμε ότι η ίδια η λέξη ΕΓΚΑΙΝΙΑ, φανερώνει μια καινούργια διάσταση όσον αφορά ένα Ναό, αλλά καλό είναι εν συντομία να αναφερθούμε στην τελετή των εγκαινίων.

Αρχικά αναφέρουμε ότι χωρίς εγκαίνια δεν είναι δυνατόν να τελεστή κανένα Ιερό Μυστήριο.

Κατ' οικονομία όμως, μόνο με τη χρήση του Αντιμηνσίου επάνω στην Αγία Τράπεζα που δεν είναι εγκαινιασμένη, δύνανται να γίνουν κάποιες Ιερές Ακολουθίες.

Δεν δίνατε να τελέσει Αρχιερέας Θεία Λειτουργία σε Ναό, χωρίς να έχουν γίνει τα Ιερά εγκαίνια αυτού. Όσον αφορά την εμφάνιση των Ιερών εγκαινίων είναι σημαντικό να αναφέρουμε πως από την Παλαιά ακόμη Διαθήκη γίνεται λόγος για εγκαίνια.

Αρχικά η σκηνή του μαρτυρίου ήταν αφιερωμένη στη λατρεία του Θεού, είχε «δικαιώματα λατρείας» Απ. Παύλος, (εβρ. δ 1). Αγιάσθηκε από τον Μωυσή κατά προτροπή του Θεού. Το ίδιο έγινε με το Ναό του Σολομώντος.

Οι Εβραίοι είχαν και έχουν έως σήμερα ειδική γιορτή των εγκαινίων, γιορτάζουν και θυμούνται τα εγκαίνια και την κάθαρση του Ναού του Σολομώντος, την οποία έκαμε ο Ιούδας ο Μακκαβαίος το 165 π.Χ.

Σημασία έχει πως η Εκκλησία από τη στιγμή που έχουμε τους πρώτους εγκαινιασμένους Ναούς, έπαψε να καταφεύγει στις κατακόμβες για να προσφέρει την αναίμακτη θυσία επάνω στους τάφους των Αγίων Μαρτύρων.

Τα εγκαίνια είναι πρωτίστως συνδεδεμένα με τη έννοια που δίνει η Εκκλησία στο Ναό, ως λειτουργικό χώρο, ως οίκο λατρευτικής συνάξεως και προσευχής του λαού αφ' ενός και αφ' ετέρου, με τη σημασία που δίνει στον άνθρωπο ως λειτουργικό ων και προσωπικότητα με σκοπό τον Αγιασμό και τη Θέωση.

Γι' αυτό στην τελετή των Εγκαινίων, καλούμαστε όλοι να συμμετάσχουμε με βαθιά πίστη. «Εν πίστη τα εγκαίνια, επιτελούμε...».

Πιστεύουμε στα θεοφώτιστα λόγια που λέει το τροπάριο στην Ακολουθία του Εσπερινού των εγκαινίων, «τούτον τον οίκον ο Πατήρ ωκοδόμησε· τούτον τον οίκον ο Υιός εστερέωσε· τούτον τον οίκον το Πνεύμα το Άγιον ανεκαίνισε, το φωτίζον, και στηρίζον, και αγιάζον τας ψυχάς ημών» .

Ο Ναός είναι ασφαλώς ο οίκος του Θεού, αλλά και το δικό μας σπίτι. Είναι και πρέπει να είναι το κέντρο της ζωής μας κι όχι κάτι το δευτερεύον.

Είναι η σκηνή η αληθινή, λιμάνι των χειμαζόμενων, ιατρείο παθών, καταφυγή ασθενών, δαιμόνων φυγαδευτήριο, τόπος που ο λαός δοξάζει τον Θεό, «ψαλμοίς και ύμνοις και μυστικαίς λειτουργίαις» οι οποίες αναφέρονται και φθάνουν στο νοερό θυσιαστήριο και σε μας κομίζουν την αγαθότητα και τη χάρη του θεού.

Ο εγκαινιασμός του Ναού γίνεται εκ του Αρχιερέα, ο οποίος είναι εις τόπον και τύπον Χριστού.

Το εσπέρας της ημέρας των εγκαινίων, ο Αρχιερέας μεταφέρει στον Ι. Ναό που είναι προς εγκαινιασμό τα Ιερά Λείψανα, τα οποία τοποθετεί σ' ένα Άγιο Δισκάριο, πάνω στην Αγία Τράπεζα. Εν συνεχεία τελείτε η Ακολουθία και ψάλλονται τα τροπάρια της τελετής εναποθέσεως των Αγίων Λειψάνων και η Ακολουθία του Εσπερινού.

Παλαιότερο τυπικό ορίζει ότι, εάν υπάρχει πλησίον στον προς εγκαινιασμό, Ιερός Ναός εγκαινιασμένος, ο Αρχιερέας μεταφέρει μετά του Ιερού Κλήρου τα Άγια Λείψανα σε αυτόν και τελεί εκεί τον Εσπερινό, εάν όμως δεν υπάρχει πλησιόχωρος εγκαινιασμένος Ναός, πάσα η Ακολουθία γίνεται στο νέο Ναό, κατά την καθορισμένη ταξίν.

Το πρωί κατά την τέλεση του όρθρου και λίγο πριν τα τροπάρια των Αίνων, ο Επίσκοπος, αναγινώσκει τις ευχές ως ορίζει το τυπικό των εγκαινίων και περατώνετε η Ακολουθία του Όρθρου.

Εντύπωση προκαλεί και το γεγονός ότι ο Αρχιερέας γονατίζει όταν αναγινώσκει τις ευχές επάνω σε δύο μαξιλάρια, γιατί δεν πρέπει τα Ιερά Άμφιά του να ακουμπήσουν κάτω, μιας και ο τόπος δεν είναι ακόμα ευλογημένος και εγκαινιασμένος.

Αμέσως μετά αρχίζει η τελετή των Ιερών εγκαινίων με την ψαλμωδία σχετικών τροπαρίων ενώ ακολουθεί η περιφορά γύρω από το Ναό.

Ο Αρχιερέας ντυμένος με λευκή στολή, σύμβολο της καθαρότητας και της αγνότητας, με Ιερό δέος φέρει στο κεφάλι του τον ειδικό δίσκο με τα Άγια Λείψανα σκεπασμένα με το ίδιο κάλυμμα που σκεπάζονται τα τίμια δώρα.

Συμμετέχουν οι Ιερείς κρατώντας το Ιερό Ευαγγέλιο, το Σταυρό και Άγιες Εικόνες, οι Ιεροδιάκονοι, τα παιδάκια που υπηρετούν στο Άγιο Βήμα προπορεύονται με τις λαμπάδες, τα θυμιατά, τα λάβαρα και τα εξαπτέρυγά τους, οι Ιεροψάλτες αποδίδουν του ύμνους της τελετής των Εγκαινίων.

Κατά την διάρκεια της περιφοράς γίνονται τρείς στάσεις, μπροστά στο Ναό, σε κάθε στάση διαβάζονται αποστολικά αναγνώσματα και οι καθορισμένες Ευαγγελικές περικοπές.

Αμέσως μετά γίνεται μία από τις κατανυκτικότερες τελετές της Εκκλησίας μας. Δηλαδή η έλευση κλήρου και λαού πάλι στο Ναό.

Το τυπικό ορίζει ότι οι θύρες του Ναού είναι κλειστές.

Ο Αρχιερέας προστάζει να τις ανοίξουν, στον Βασιλέα της Δόξης, λέγοντας τα λόγια του Δαυίδ. «Άρατε πύλας οι άρχοντες ημών...» (Ψαλ. 24ος), και ακούγονται από μέσα τα λόγια που οι άγγελοι έλεγαν αναμεταξύ τους, κατά την Ανάληψη του Κυρίου. «Τις εστιν ούτος ο Βασιλεύς της δόξης».

Εδώ έχουμε μίμηση ακριβώς των αγγέλων τη στιγμή της Αναλήψεως. Και «οι πύλες ανοίγονται στην πρόκληση των φωνών -τονίζει ο Άγιος Νικόλαος ο Καβάσιλας ωσάν να επρόκειτο οι φωνές να εισαγάγουν τον Χριστόν εις τον Ναόν».

Με λαμπρό τρόπο τα Άγια Λείψανα εισέρχονται στο Ναό και τοποθετούνται στο θυσιαστήριο, όπου ο Αρχιερέας, πάλι, αφού τα μυρώνει με το Άγιο Μύρο, τα τοποθετεί στο στυλίσκο που βρίσκεται στο μέσον της Αγίας Τραπέζης, ως το πιο κατάλληλο θεμέλιο, βάλει εύοσμο κηρομαστίχη, το οποίο έχει κατασκευαστεί από κερί καθαρό, μαστίχη, σμύρνα, αλόη, θυμίαμα, λάδανο, ρητίνη( ρετσίνι) κ.α. Μαζί με τα ως άνω ευλογημένα υλικά των εγκαινίων, τοποθετούνται στο « ΦΥΤΟ», όπως ονομάζετε ο στύλος της Αγίας Τραπέζης και μικρά χαρτάκια στα οποία οι Χριστιανοί μας αναγράφουν ονόματα τόσο των ζώντων, όσο και των τεθνεώτων αδελφών, ως ευλογία για τους μεν αλλά και μνημόσυνο αιώνιο για τους δε.

Μετά την τοποθέτηση των Ιερών Λειψάνων και των ως άνω προαναφερθέντων στη Αγία Τράπεζα, ο Αρχιερέας παίρνει το σκεύος ( τσουκάλι) με την κηρομαστίχη και τα αρώματα, που συμβολίζουν τα μύρα με τα οποία ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας άλειψε το σώμα του Κυρίου, και τα εκχύνει στην οπή της Αγίας Τραπέζης για τη στερέωση του ανεγειρομένου Τάφου μαζί με μάρμαρο αλευροποιημένων.

Κατόπιν τοποθετείται και κολλιέται με ειδική κόλα και σφραγίζετε με κηρομαστίχη, η μαρμάρινη πλάκα στον στύλο της Αγίας Τραπέζης, ενώ ψάλλονται η δύο ωραίοι ψαλμοί ο 142ος «Υψώσω σε ο Θεός μου, ο Βασιλεύς μου, και ευλογήσω το όνομά σου εις τον αιώνα» σαν ευχαριστία και ανάμνηση των θαυμασίων του Θεού, και ο 22ος «Κύριος ποιμαίνει» με...», που υμνεί τη φιλανθρωπία του Θεού.

Εν, τω μεταξύ, ο Αρχιερέας πάνω από τα Αρχιερατικά του άμφια ενδύετε με το λεγόμενο σάβανο (Ποδήρης λινός χιτών), λευκού χρώματος, σύμβολο της σινδόνης με την οποία τυλίχθηκε το Άγιο σώμα του Κυρίου, διαβάζει γονατιστός την ευχή «ο Θεός ο άναρχος και αΐδιος...» με την οποία παρακαλεί τον Θεό να αποστείλει το Πανάγιό του Πνεύμα και να αγιάσει το νέο Ναό.

Ακολουθεί η πλύση και ο καθαρισμός της Αγίας Τραπέζης με σαπούνι και νερό ζεστό, σύμβολο κι αυτό της ζέσεως του Αγίου Πνεύματος, του οποίου από δω και πέρα θα είναι όργανο η Αγία Τράπεζα.

Μετά την κάθαρση της Αγίας Τραπέζης, ο Αρχιερέας ραντίζει το θυσιαστήριο με ροδόσταμο, με το οποίο κάνουμε την Αγία Τράπεζα να ευωδιάζει και όπως λέει ο Άγιος Νικόλαος ο Καβάσιλας, μ' αυτό δείχνουμε πως «φέραμε όλα όσα είναι απαραίτητα για να συμπληρώσουν την ανθρώπινη ζωή, δηλαδή φέραμε κι από τα αναγκαία κι από τα ευχάριστα κι απ' αυτά κάναμε τη θυσία μας».

Κατόπιν ακολουθεί η Χρίση με το Άγιο Μύρο, το οποίο φέρνει τη χάρη του Θεού στη γη. Το Άγιο Μύρο είναι η δύναμη του θυσιαστηρίου. Δύναμη που ενεργοποιείται με την παρουσία και τη χάρη των Ιερών Λειψάνων που τοποθετήθηκαν στην Αγία Τράπεζα.

Η όλη τελετή παραλληλίζετε με το Άγιο Βάπτισμα. Αυτό δεν είναι τυχαίο.

Η Αγία Τράπεζα εικονίζει το Σωτήρα και δέχεται τα του βαπτίσματος, όπως Εκείνος. «Είναι δε ανάγκη - τονίζει πάλι ο Άγιος Νικόλαος ο Καβάσιλας - να γίνει κάποια κάθαρση ενάντια στη δύναμη του πονηρού, κι όπως ο Αρχιερέας με προσευχές αποκαθαίρει από κάθε επήρεια των δαιμόνων το ύδωρ με το οποίο βαπτίζει τον άνθρωπο, έτσι και σ' αυτή την τελετή διαλέγει τις κατάλληλες προσευχές και με τον ίδιο τρόπο, όπως και πριν, με το νερό αποκλείει το πονηρόν».

Αφού έχει πλυθεί, Αγιασθεί και Μυρωθεί η Αγία Τράπεζα, και τα Ιερά Αντιμήνσια, οι Ιερείς της Ιεράς Μητροπόλεως και μόνο, δύνανται να τα παραλάβουν, ώστε επάνω σε αυτά να τελείτε η Θεία Λειτουργία.

Δεν τελείτε Θεία Λειτουργία χωρίς Αντιμήνσιο και δεν έχει δικαίωμα ο Ιερέας να τελέσει Θεία Λειτουργία σε Αντιμήνσιο άλλου Αρχιερέως, εκτός αυτό, του Επιχωρίου Επισκόπου και Ποιμενάρχη της Μητροπόλεως.

Το Αντιμήνσιο είναι πάνω από όλα, η ορατή εντολή του Κανονικού Επισκόπου, προς τους Ιερείς, για την τέλεση της Θειας Λειτουργιάς.

Ευθύς αμέσως μετά τις ως άνω ενέργειες, ο Αρχιερέας τοποθετεί ένα κομμάτι λινό ύφασμα στο οποίο είναι αγιογραφημένος - τετυπομένως ένας Ευαγγελιστής στην κάθε μια από τις τέσσερεις της γωνίες της Αγίας Τραπέζης, στερεώνοντας και κολλώντας αυτό πάνω στο μάρμαρο της Αγίας Τραπέζης με το περίσσευμα της κηρομαστίχης που χρησιμοποιήθηκε νωρίτερα. Αυτή η ενέργεια γίνετε από τον Επίσκοπο, επειδή η Αγία Τράπεζα εικονίζει όλη την Εκκλησία, στη στερέωση της οποίας, συνέβαλαν οι Ευαγγελιστές, με τα Ευαγγέλιά τους.

Κατόπιν τυλίγεται σταυροειδώς η Αγία Τράπεζα με το πρώτο ένδυμα το λεγόμενο κατασάρκιο, σύμβολο της σινδόνης με την οποία τυλίχθηκε το σώμα του Χριστού, ένδυμα το οποίο δεν απομακρύνετε ποτέ από την Αγία Τράπεζα.

Μετά τοποθετείται ο επενδύτης - ενδύτιον - άπλωμα, τα άμφια της Αγίας Τραπέζης ή καλύμματα όπως σήμερα συνηθίζουμε να τα λέμε, σύμβολα δόξης «τάφος εστί και θρόνος του Ιησού».

Τέλος τοποθετείται το γνωστό σε όλους Αντιμήνσιο. Αντιμήνσιο στην Εκκλησιαστική ορολογία αποκαλείται το κομμάτι υφάσματος πάνω στο οποίο έχουν ζωγραφιστεί ποικίλες Ιερές παραστάσεις και σύμβολα.

H λειτουργική χρήση του Αντιμηνσίου έγκειται στην αντικατάσταση της Αγίας τράπεζας όταν αυτή δεν υπάρχει ή στην αντικατάσταση της, όταν υπάρχει αλλά δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί Θεία Λειτουργία ή κυρίως όταν τελούνται δύο συναπτές Θείες Λειτουργίες, αφού απαγορεύετε από τους κανόνες η λειτουργική χρήση της Αγίας τράπεζας.

Η λέξη Αντιμήνσιο προέρχεται από την Ελληνική λέξη αντί και τη λατινική λέξη μένσα, που σημαίνει Τράπεζα.

Όταν για λόγους ποιμαντικούς χρειάζεται να γίνει Θεία Λειτουργία σε χώρους εκτός των καθαγιασμένων Ναών, χρησιμοποιείτε το Αντιμήνσιο σαν φορητή Αγία Τράπεζα. Αυτό κατασκευαζόταν από ξύλο ή τις περισσότερες φορές από πανί. Υπάρχει πιθανότητα η χρήση του να άρχισε την εποχή της Εικονομαχίας, όταν οι Ορθόδοξοι διώχθηκαν από τους Ναούς και δεν είχαν που να λειτουργούνται. Αναγκαστικά οι λειτουργίες γίνονταν σε σπίτια ή στην ύπαιθρο.

Σήμερα τα Αντιμήνσια χρησιμοποιούνται για την τέλεση Θείας Λειτουργίας σε εγκαινιασμένους Ναούς ή μη εγκαινιασμένους Ναούς, σε Εξωκλήσια, σε Στρατόπεδα ή στην ύπαιθρο, όπου και χρησιμοποιείται αυτή η «φορητή» εγκαινιασμένη Αγία Τράπεζα.

Στο κέντρο του Αντιμηνσίου ζωγραφίζεται η ταφή του Κυρίου, γιατί, η Αγία Τράπεζα συμβολίζει τον Τάφο του Κυρίου. Στις γωνίες του πρέπει να έχει ραμμένα Ιερά Λείψανα Αγίων Μαρτύρων, γιατί αντικαθιστά την εγκαινιασμένη Αγία Τράπεζα όταν δεν υπάρχει, η οποία όπως είδαμε στο εσωτερικό της έχει πάντοτε Ιερά Λείψανα Μαρτύρων. Μόνο ο Επίσκοπος καθαγιάζει τα Ιερά Αντιμήνσια.

Επάνω στο Αντιμήνσιο τοποθετείται το Ιερό Ευαγγέλιο και η τελετή τελειώνει με τη θυμίαση όλου του Ναού και την ανάγνωση της Ευαγγελικής Περικοπής των εγκαινίων.

Ο Αρχιερέας, μυρώνει με ροδόσταμο όλο το νέο- εγκαινιασθέντα Ιερό Ναό και τους πιστούς, αφού λίγο νωρίτερα βαστάζων κάλαμον, ου εις το άκρον είναι δεδεμένος σπόγγος, εμπεποτισμένος με Άγιο Μύρο, γράφει το μονόγραμμα του Χριστού στη κόγχη του Ιερού και τα τοιχία του Ναού σε όλα τα σημεία του ορίζοντα. Βάζει τη σφραγίδα της ελεύσεως του Αγίου Πνεύματος και του Βασιλέως της Δόξης στο Ναό, εκφωνώντας: « Δόξα τη Αγία και παντοδυνάμω και ζωοποιώ Τριάδι Πάντοτε νυν και αει και εις τους αιώνας των αιώνων».

Είθισται δε, όπως το Ευλογημένη η Βασιλεία εν τη πρώτη Θεία Λειτουργιά να εκφωνείτε παρά του Αρχιερέως

Οι τελευταίες ευχές που διαβάζονται είναι γεμάτες ευχαριστία στο Θεό και παράκληση, να γεμίζει με δόξα, Αγιασμό και χάρη το νέο θυσιαστήριο, έτσι ώστε, πάνω σ' αυτό να μεταβάλλεται η αναίμακτη θυσία σε Σώμα και Αίμα Χριστού και να αγιάζεται ο λαός του Θεού με τη συμμετοχή του σ' αυτό το μυστήριο.

Κατανοούμε ότι ο σκοπός των εγκαινίων δεν είναι μόνο ο Αγιασμός του Ναού αλλά και δικός μας, «Ούτως εγκαινίζεται ο άνθρωπος· ούτω τιμάται η των Εγκαινίων ημέρα».

Σ' αυτόν τον αγώνα έχουμε οπωσδήποτε οδηγό το Χριστό. Άλλωστε η Ιερά Κανδήλα που στο τέλος της ακολουθίας ανάβει ο Αρχιερέας πάνω στην Αγία Τράπεζα, συμβολίζει κατά τον Άγιο Νικόλαο τον Καβάσιλα, το δικό Του Φως. Αυτό το φως μπορεί να ανακαλύψει και να φέρει στο φως τα πάντα, όπως ακριβώς γέμισε τον Άδην το φως, όταν έφθασε εκεί ο Χριστός.

Μεταφορά Ιερών Λειψάνων των Αγίων Ανδρέου - Χαραλάμπου και Παντελεήμονος